Photo

Translate

Tuesday, November 24, 2015

ΟΙ ΙΕΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ – ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΩΦ “ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ”

SYNAXARION – HAGIOLOGY
ATHENS OF MY HEART

ok hhh.jpg
Ἀπόσπασμα ἀπό τό Βιβλίου του
Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ
ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ
Ἄλλοι ἀσχολοῦνται μέ στάρετς κι ἄλλοι μέ στάρλετς
τηλ. 2108220542 – Παραγγελίες Βιβλίων
Πηγή:
TRUTH TARGET
ΕΙΚΟΝΕΣ 
Ὁ ἴδιος ὁ Θεός παρήγγειλε νά κατασκευάσουν Χερουβίμ (Ἐξ 26, 31· βλ. καί: Ἑβρ 9, 1-5) (ὁ ἀπ. Παῦλος τά ἀποδέχεται καί ὀνομάζει τό χῶρο Ἅγια Ἁγίων καί τά Χερουβίμ, Χερουβίμ δόξης).
  • Τά Χερουβίμ στόλιζαν, στή συνέχεια, τή Σκηνή τοῦ Θεοῦ (Α´ Πρλ 28, 18 [στό 19 στ. ἀναφέρεται ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔδωσε τά σχέδια γιά τά ἀντικείμενα τοῦ Ναοῦ]· Β´ Πρλ 5, 8· Γ´ Βασ 6, 29· Ἰεζ 9, 3· 41, 18-20, 25).
  • Οἱ αἱρετικοί γιά τίς εἰκόνες ἐπικαλοῦνται τό χωρίο: «Τίς δέ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετά εἰδώλων; ὑμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθώς εἶπεν ὁ Θεός ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω, καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός»(Β´ Κορ 6, 16). Ἀλλά λέει καί γιά ναούς, ὁπότε δέν πρέπει νά ἔχουν οὔτε ναούς!
  • Ἄν ὁ Θεός δέν ἤθελε τίς εἰκόνες δέν θά βοηθοῦσε στήν εὕρεσί τους (θαμμένες) ἤ σέ θαύματα πού γίνονται μ᾽ αὐτές.
***
«Ἡ κιβωτός τῆς Διαθήκης… τίποτε ἄλλο δέν ἦταν παρά ἡ ὁρατή εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, πού πάντοτε θύμιζε στούς Ἰουδαίους τόν Ἰεχωβᾶ καί ἀνέβαζε τό νοῦ τους στό πρωτότυπο»(Μ, 168· βλ. καί: ΔΚ, 418): «Καί ἐγένετο ἐν τῷ ἐξαίρειν (: ὅταν σήκωναν γιά νά μεταφέρουν) τήν κιβωτόν καί εἶπε Μωϋσῆς· Ἐξεγέρθητι, Κύριε, καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί Σου, φυγέτωσαν πάντες οἱ μισοῦντές Σε. Καί ἐν τῇ καταπαύσει (: ὅταν σταματοῦσαν) εἶπεν· ἐπίστρεφε, Κύριε»(Ἀρθ 10, 34, 35)· εἶπε ὁ Δαυΐδ στή σύζυγό του Μελχόλ: «Παίξομαι καί ὀρχήσομαι (: θά παίξω μέ μουσικά ὄργανα καί θά χορέψω) ἐνώπιον Κυρίου»(Β´ Βασ 6, 21) ἐνῶ χόρευε πρό τῆς Κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης.
  • Παρόμοιο συνέβη καί μέ τή Θεοτόκο στή ζωή τοῦ Ἁγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ: «Μιά ἀρρώστια, τήν ὁποία οἱ γιατροί δέν μποροῦσαν νά διαγνώσουν, λίγο ἔλειψε νά τόν στείλη στόν τάφο. Ἡ Ἀγάθη εἶχε ἀπελπισθῆ γιά τή ζωή τοῦ γιοῦ της, ὥσπου ἕνα πρωΐ ἐκεῖνος ξυπνώντας τῆς διηγήθηκε ἕνα ὄνειρο τό ὁποῖο εἶχε μόλις δεῖ. Ἡ Πάναγνος Παρθένος εἶχε παρουσιασθῆ στόν ὕπνο του καί τοῦ ὑποσχέθηκε νά ἔλθη νά τόν ἐπισκεφθῆ, γιά νά τόν γιατρέψη. Τότε ἀκριβῶς μιά θαυματουργή εἰκόνα, πού τιμοῦσαν οἱ κάτοικοι τῆς Κούρσκ, ἐπρόκειτο νά περιφερθῆ θριαμβευτικά στούς δρόμους τῆς πόλεως. Τή στιγμή κατά τήν ὁποία ἡ λιτανεία περνοῦσε μπροστά ἀπό τό σπίτι τοῦ Μοχνίν, ἄρχισε μιά βροχή καταρρακτώδης. Μπήκανε μέσα στήν αὐλή γιά νά προφυλάξουν τήν εἰκόνα. Ἡ Ἀγάθη ἐπωφελήθηκε γιά νά κατεβάση τό μικρό ἄρρωστο καί νά τό βάλη νά προσκυνήση τήν εἰκόναὍπως τό εἶχε ὑποσχεθῆ, ἡ Παναγία εἶχε ἔλθει [διά τῆς εἰκόνος της] καί τό παιδί ἔγινε καλά»(ΓΕ, 15).
***
Ἔχουμε διαλόγους ἀπό τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας:
Ἐπιχειρηματολογεῖ ὁ ὅσ. Στέφανος ὁ νέος (28 Ν): «“Ἐσεῖς πού τολμήσατε νά χαρακτηρίσετε τήν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἴση μέ τό εἴδωλο τοῦ Ἀπόλλωνα καί τῆς Θεοτόκου ἴση μέ τό εἴδωλο τῆς Ἀρτέμιδος, ἀλλοίμονό σας, διότι φθάσατε καί νά τίς πατήσετε καί νά τίς κάψετε”. Ὀργισμένος τότε ὁ τύραννος [Κων/νος Κοπρώνυμος] λέει πρός τόν Ἅγιο· “Τυφλέ στό νοῦ καί πραγματικά ἀμνημόνευτε, τό Χριστό πατήσαμε ἐμεῖς ἤ σανίδες;”.
Τότε ὁ Ὁμολογητής τῆς ἀλήθειας Ἅγιος Στέφανος, γιά νά κάνη τό βασιλιά νά κατανοήση τή μωρία του, θέλησε νά τόν πληγώση μέ τό ξίφος του καί παίρνοντας στά χέρια τό νόμισμα, τό ὁποῖο εἶχε κρυμμένο στό κουκούλιο, τό ἔδειξε σ᾽ αὐτόν λέγοντας· “Τίνος εἶναι ἡ εἰκόνα αὐτή;”. Λέει ὁ τύραννος· “Δική μου”. Ρωτάει τότε ὁ Ἅγιος· “Ἄν πατήση κάποιος τήν εἰκόνα σου αὐτή, πρέπει νά τιμωρηθῆ;”. Τότε οἱ παρευρισκόμενοι ἀποκρίθηκαν. “Ναί, εἶναι πρέπον νά τιμωρηθῆ αὐτός, ἐπειδή καταπάτησε τό βασιλικό χαρακτῆρα”. Σ᾽ αὐτά βγάζοντας βαρύ στεναγμό ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του ὁ Ἅγιος, εἶπε μεγαλοφώνως τά ἑξῆς: “Ὦ τυφλοί καί ἀνόητοι, ἄν τή μορφή τοῦ βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος εἶναι φθαρτός ἄνθρωπος, εἶναι ἁμαρτία νά τήν ἀτιμάση κάποιος, τί κόλασι νομίζετε ὅτι θά ἔχουν ὅσοι καταπάτησαν καί κατέκαψαν τήν ἄχραντη Εἰκόνα τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ καί τῆς Θεομήτορος;”»(ΣΝ, 708).
  • Ὁ Ἅγ. ὁσιομάρτυρας Ἀνδρέας ὁ ἐν τῇ Κρίσει (†17/10) πρός τόν εἰκονομάχο αὐτοκράτορα Κων/ντίνο Ε´ τόν Κοπρώνυμο: «Ἄν τιμωρῆτε, ἐσεῖς οἱ ἐπίγειοι ἡγεμόνες, ὅσους ἔχουν τό θράσος νά προσβάλλουν τούς ἀνδριάντες καί τίς παραστάσεις σας, θεωρώντας ὅτι ἡ προσβολή θίγει αὐτό τό ἴδιο τό πρόσωπό σας, πόσο φοβερότερη θά εἶναι ἡ ὀργή καί ἡ τιμωρία τήν ὁποία ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός σέ ὅσους προσβάλλουν καί καταστρέφουν τίς εἰκόνες τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Του!»(ΣΟ, 205).
  • «Ἐάν τό θέμα τῶν Εἰκόνων, ἀπάντησε [στόν αὐτοκράτορα Θεόφιλο] ὁ Ἅγιος [Μεθόδιος], εἶναι ἀσήμαντο καί δέν ἀξίζη νά ἀσχοληθῆ κανείς μέ αὐτό, γιατί σεῖς πού ἔχετε στά χέρια σας τήν ἐξουσία καί κυβερνᾶτε τούς Ρωμαίους, δέν ἀφαιρεῖτε τίς δικές σας είκόνες, ὅπως ἀφαιρεῖτε αὐτές τοῦ Χριστοῦ; Γιατί δέν δέχεσθε νά σᾶς τιμοῦν καί νά σᾶς δοξάζουν, ὅπως ἐννοεῖτε νά τιμᾶτε καί νά δοξάζετε τόν Ἰησοῦ Χριστό; [χωρίς εἰκόνες δηλ.]. Ἀντιθέτως βλέπω, ὅτι πολλαπλασιάζετε καθημερινῶς τίς εἰκόνες σας καί ὅτι εὐχαριστεῖσθε νά τίς βλέπετε παντοῦ τιμημένες»(BM, 279).
  • Ἀναφέρεται γιά τόν εἰκονομάχο αὐτοκράτορα Θεόφιλο: «Καθώς πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του ὁ Θεόφιλος ἄρχισε νά ἀμφιβάλλη γιά τήν ὀρθότητα ὅσων πίστευε, ἀπέστειλε μερικούς ἀγγελιοφόρους του στόν ἅγιο Ἰωαννίκιο τό Μεγάλο τοῦ ὄρους Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας (†4/11/846), γιά νά λάβη συμβουλές. Ὁ μακάριος Γέρων ἦταν κατηγορηματικός. Τούς εἶπε: “Ὅποιος δέν ἀποτίει τήν ὀφειλόμενη τιμή στίς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καί τῶν ἁγίων, δέν θά μπορέση νά γίνη δεκτός στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀκόμη καί ἄν ἔζησε μιά κατά τά ἄλλα ἐνάρετη ζωή. Ὅπως ἀκριβῶς ὅσοι περιφρονοῦν τή δική σου εἰκόνα, βασιλέα, τιμωροῦνται αὐστηρά, τό ἴδιο καί ὅσοι ἐμπαίζουν τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ θά ριφθοῦν στό αἰώνιο πῦρ”. Λέγεται ὅτι τόν ἑπόμενο χρόνο, καθώς ὁ Θεόφιλος ἦταν στά τελευταῖα του, εἶπε νά τοῦ φέρουν μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀσπάσθηκε μέ δάκρυα πρίν ξεψυχήση. Ἡ γυναῖκα του, ἡ εὐσεβεστάτη αὐγούστα Θεοδώρα {11 Φεβρ.}, φρόντισε γρήγορα νά χειροτονηθῆ ὁ Μεθόδιος πατριάρχης Κων/πόλεως {14 Ἰουν.}, κατά τήν προφητεία τοῦ ὁσίου Ἰωαννικίου καί ἀποκατέστησε ὁριστικά τήν τιμή τῶν ἁγίων εἰκόνων»(ΣΝΙ, 47).
  • Ὁ καθηγητής Σάββας Ἀγουρίδης τονίζει πολύ σωστά: «Ἴσως κάποιος νά ρωτήση ἀφελῶς πῶς συνέβη ἑκατοντάδες μητροπολιτῶν νά μετάσχουν σέ εἰκονομαχικές Συνόδους, ὅπως αὐτή τῆς Ἱερείας τοῦ 754, ἐνῶ οἱ μοναχοί σύσσωμοι τάχθηκαν ὑπέρ τῶν εἰκόνων ὁμοθύμως, παρά τό γεγονός ὅτι μέ τό μοναχισμό συνδέεται ἕνα εἶδος πνευματικότητος πού θά περίμενε κανείς νά τούς ὁδηγήση πρός τήν ἄλλη ὄχθη»(ΣΑ, 122). Καί αὐτό, βέβαια, συνέβη μέ φωτισμό Θεοῦ.
***
Ὁ πεπαιδευμένος Γερμανός ὁ Β´, πατριάρχης Κων/λεως, τόνιζε: «Ρώτησαν κάποτε τό Χριστό οἱ Ἰουδαῖοι “ἄν ἐπιτρέπεται νά δώσουν κῆνσο στόν Καίσαρα ἤ ὄχι”. Αὐτός δέ ἀποκρίθηκε λέγοντας: “δείξατέ μου τό νόμισμα τοῦ κήνσου”, καί ἀφοῦ ἐκεῖνοι τοῦ τό ἔδειξαν εἶπε πάλι: “Ποιανοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα αὐτή καί ἡ ἐπιγραφή; Τοῦ λένε· τοῦ Καίσαρα”. Καί ὁ Χριστός· “ἀποδῶστε”, εἶπε, “ὅσα ἀνήκουν στόν Καίσαρα, στόν Καίσαρα, καί ὅσα ἀνήκουν στό Θεό, στό Θεό”(Μθ 22, 17-21). Ἄκουσες… νά λέη ὁ Χριστός τίνος εἶναι ἡ εἰκόνα αὐτή καί ἡ ἐπιγραφή; Καί ὅτι ὁ πάνω στό νόμισμα τύπος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Καίσαρα καί ὄχι εἴδωλο;»(PG 140, 668· βλ. καί: ΚΡ, 196).
° Ἀκόμα: «Μέ ρώτησε κάποιος…: Γιατί, λέει, προσκυνεῖτε τοίχους καί σανίδες καί ἀσβέστη καί διάφορα χρώματα; Μιλώντας δέ ἔτσι ὑπαινισσόταν τίς ἅγιες εἰκόνες. Καί ἐγώ εἶπα σ᾽ αὐτόν· πότε εἶδες κάποιον ἀπ᾽ τούς τροφίμους τῆς Ἐκκλησίας μας νά πορεύεται στά καμίνια ὅπου ὑπάρχει ὁ ἀσβέστης, ἤ σέ ἐρείπια ὅπου οἱ σωροί τῶν λίθων, ἤ στά πωλητήρια τῶν χρωμάτων καί νά τά προσκυνῆ ὅλα αὐτά καί νά τά σέβεται; Διότι ἄν ἀπονέμαμε τό σεβασμό στούς λίθους καί στά χρώματα, θά ἀναγκαζόμασθαν νά τά προσκυνοῦμε αὐτά ὅπου θά βλέπαμε ἤ λίθο ἤ σανίδα. Τώρα, ὅμως, αὐτό δέν συμβαίνει, οὔτε ἐσύ ὁ ἐχθρός τῆς ἀληθείας θά τολμήση νά τό πῆ, ἀπονέμουμε δέ τό σεβασμό ὄχι ἁπλῶς στίς ὕλες, ἀλλά στή μορφή πού φαίνεται στίς ὕλες, καί, μάλιστα, ὄχι σέ κάθε μορφή ἀλλά σ᾽ αὐτή τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὑπέραγνης Θεομήτορος καί τῶν ἄλλων Ἁγίων. Διότι ἡ τιμή τῆς εἰκόνος διαβαίνει πρός τό πρωτότυπο. Καί ζωγραφίζεται μέν ὁ Χριστός π. χ. πάνω σ᾽ αὐτή τή σανίδα ἤ πάνω στόν τοῖχο ἁπλωμένος γυμνός πάνω στό σταυρό· οἱ Ἰουδαῖοι δέ παρίστανται ποτίζοντας μέ ξύδι καί χολή καί τρυπώντας τήν πλευρά Του· ὁ Πιλάτος νά κάθεται στό θρόνο ἐνῶ στέκονται δίπλα του πολλοί δορυφόροι. Ὅλα αὐτά μέ χρώματα καί μέ ζωγραφιές. Καί ἐμεῖς ἀφήνοντας αὐτόν πού κάθεται στό θρόνο, τούς ἐμπαίζοντες Ἰουδαίους, τούς τρυπῶντες δορυφόρους, προσκυνοῦμε καί ἀσπαζόμασθε Αὐτόν πού κρέμεται γυμνός στό σταυρό καί ἐμπαίζεται ἀπ᾽ αὐτούς. Κι ἐδῶ χρώματα κι ἐκεῖ χρώματα κι ἐδῶ μορφές κι ἐκεῖ μορφές. Γιατί, λοιπόν, τίς μέν μισοῦμε καί ἀποστρεφόμασθε, τίς δέ ἀγαποῦμε καί ἀσπαζόμασθε; Γιατί;
Ἐγώ θά σοῦ πῶ. Γνωρίζουμε ὅτι ἐκείνων τῶν ὁποίων τά πρωτότυπα εἶναι ἅγια, εἶναι καί τά εἰκονίσματα ἅγια· ἐκείνων τῶν ὁποίων τά πρωτότυπα εἶναι σιχαμερά, εἶναι σιχαμερά καί τά εἰκονίσματα. Πάλι σ᾽ ἐρωτῶ καί πάλι ἀποκρίσου μου. Τό βιβλίο τῶν Εὐαγγελίων λές ὅτι εἶναι ἅγιο καί τό σέβεσαι ὡς θησαυρό τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἤ καί αὐτό τό ἀποστρέφεσαι καί τό κατατάσσεις μέ τά ἄτιμα; Ὄχι, λές, ἄτιμο, ἀλλά, θεωρώντας το ἄξιο πολλῆς τιμῆς, καί τό προσκυνῶ καί τό ἀσπάζομαι. Αὐτό σωστά τό λές διότι εἶναι πράγματι καί τιμιώτατο καί ἁγιώτατο καί βιβλίο αἰώνιας πράγματι ζωῆς. Ἰδού, λοιπόν, ἀπ᾽ τό στόμα σου θά καταδικασθῆς… Πές, λοιπόν· τό βιβλίο αὐτό δέν ἀποτελεῖται ἀπό σανίδες, ἀπό δέρματα, ἀπό νήματα πού συσφίγγουν τά δέρματα, ἀπό μελάνι καί ἄλλα πολλές φορές χρώματα; Ἄρα, λοιπόν, καί ἐσύ προσκυνώντας καί ἀσπαζόμενος τό βιβλίο τῶν Εὐαγγελίων, τίς σανίδες καί τό μελάνι καί τά δέρματα προσκυνεῖς καί ἀσπάζεσαι, ἤ τούς λόγους τοῦ Θεοῦ τούς γραμμένους στό βιβλίο; Ναί, ἀπαντᾶς, τούς λόγους τούς γραμμένους στό βιβλίο. Μπορεῖς δέ διαφορετικά νά παραδώσης στή γραφή καί στήν ἀνάγνωσι τούς λόγους αὐτούς χωρίς μελάνι καί χαρτί; Ὄχι, λές. Τί συνάγεται, λοιπόν; Ὅτι τά δέρματα, τό μελάνι καί τά ἄλλα παραλαμβάνονται στήν ἀναγραφή τῶν εὐαγγελικῶν λόγων, αὐτό, ὅμως, πού τιμᾶται εἶναι οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου πού ἀναγράφονται στό βιβλίο. Ὥστε, ἄν κάποιος ἀπαλείψη τά λόγια συνεξαφάνισε καί τήν τιμή τοῦ βιβλίου καί καθίσταται, αὐτό πού ἀπέμεινε, ἀσέβαστο καί ἀπροσκύνητο. Ἔτσι νά θεωρήσης, λοιπόν, αἱρετικέ καί ἀνόητε, τίς ζωγραφιστές εἰκόνες τῶν ἁγίων, ὅτι, δηλ. τό τιμώμενο καί προσκυνούμενο εἶναι ἡ μορφή καί τό ὄνομα εἴτε τοῦ Χριστοῦ, εἴτε τῆς Θεοτόκου, εἴτε κάποιου τῶν Ἁγίων. Αὐτά δέ γιά νά πάρουν μορφή καί νά γραφοῦν εἶναι ἀδύνατο παρά μονάχα μέ διάφορα χρώματα· ὅταν δέ ἀπαλειφθῆ ἡ μορφή, ἡ ὕλη ἀπό τότε εἶναι ἄτιμη καί κοινή»(PG 140, 664).
***
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διευκρινίζει: «Εἶχαν στή Βαβυλῶνα οἱ Χαλδαῖοι κάθε εἴδους μουσικά ὄργανα πρός ὑπηρεσίαν τῶν εἰδωλικῶν δαιμόνων. Εἶχαν δέ καί οἱ Ἰσραηλίται ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ ὄργανα, τά ὁποῖα κρέμασαν στίς ἰτιές. Καί τά δύο ἦταν ὄργανα, καί νάβλες καί κιθάρες καί αὐλοί ὑπῆρχαν πού τά κρέμασαν στίς ἰτιές. Ἀλλά τά μέν εἶχαν κατασκευασθῆ πρός δόξαν Θεοῦ, τά δέ πρός λατρείαν τῶν δαιμόνων, ἀντίζηλα. Αὐτό ἀκριβῶς νά πιστεύης καί γιά τίς εἰκόνες καί τά εἴδωλα»(PG 94, 1388).
  • Ὅπως ἐπιγραμματικά λέει ὁ Ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: Ὁ Θεός «εἶναι σωματικά περιγραπτός, ἄν καί θεϊκά ἀπερίγραπτος»(PG 99, 401).
  • Ὁ Ἅγ. Κύριλλος, φωτιστής τῶν Σλάβων, ἔλεγε: «Θά σᾶς ρωτήσω· δέν ἦταν μία εἰκόνα ἡ σκηνή τήν ὁποία εἶδε ὁ Μωϋσῆς ἐπί τοῦ ὄρους καί τήν κατέβασε (Ἐξ 25, 9· 26, 30) καί δέν κατασκεύασε μέ τή βοήθεια τῆς τέχνης τό ἀπείκασμα τῆς εἰκόνος, δηλαδή, μία παρόμοια εἰκόνα, ἡ ὁποία ἦταν ἐφοδιασμένη μέ πόρπες, δέρματα, τάπητες ἀπό μαλλί γίδας καί χερουβείμ; (Ἐξ 26, 1, 31)… Τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τό ναό τοῦ Σολομῶντα, διότι ἐκεῖνος εἶχε εἰκόνες Χερουβείμ καί ἀγγέλων καθώς καί ἄλλες ἄλλων πραγμάτων (Γ´ Βασ 6, 23-28· Β´ Πρλ 3, 7, 10 κ.ἑ.)»(ΑΙ, 135).
***
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης γράφει: «Οἱ εἰκόνες εἶναι μία ἀνάγκη γιά τή φύσι μας. Μπορεῖ ἡ φύσι μας νά κάνη χωρίς εἰκόνα; Μποροῦμε νά σκεφθοῦμε ἕνα πρόσωπο πού ἀπουσιάζει, χωρίς νά φέρουμε μπροστά μας τή μορφή του; Ὁ Θεός, ὁ ἴδιος, δέν μᾶς ἔδωσε τή δυνατότητα νά φανταζώμασθε; Οἱ εἰκόνες εἶναι ἡ ἀπάντησι τῆς Ἐκκλησίας στήν κραυγαλέα καί γοερή ἀνάγκη τῆς φύσεώς μας»(Ι3, 100).
° Ἀκόμα: «Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἄν ὄχι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀποτυπωμένη στόν πηλό, ἀφοῦ τό ἀνθρώπινο σῶμα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά πηλός; Γι᾽ αὐτό μή θαυμάζης, ἄν ὁ Θεός ἐμφανίζεται σέ εἰκόνες ὑλικές ἤ ἀκόμα ἄν μιλᾶ μέ τό στόμα μιᾶς εἰκόνος. “Πάντα γάρ δυνατά ἐστι παρά τῷ Θεῷ”(Μρ 10, 27). Ὅταν χρειάσθηκε, ἔδωσε ἀνθρώπινη φωνή ἀκόμα καί στή γλῶσσα ἑνός γαϊδάρου»(Ι3, 138).
° Ἐπίσης: «Λέμε καμμιά φορά γιά μιά προσωπογραφία πώς εἶναι τόσο ζωντανή, τόσο ἀληθινή, ὥστε μόνο πού δέν μιλᾶ. Ἄν ὁ ἄνθρωπος μπορῆ μέ τήν τέχνη του νά δώση ζωή στόν καμβᾶ, στό σανίδι ἤ στό χαρτί, τότε τί μπορεῖ νά εἶναι ἀδύνατο στό Θεό; Πῶς δέν θά μποροῦσε νά δώση πνοή ζωῆς σέ μία εἰκόνα καί νά τῆς δώση ἀκόμα καί τή δυνατότητα νά μιλήση, ἄν τό θελήση; Ἐσύ ἀπ᾽ τήν πλευρά σου, καλλιτέχνη, τά ἔκανες ὅλα, μόνο φωνή δέν ἔδωσες. Τώρα ἄφησε νά συμπληρώση ὁ Κύριος τό ἔργο σου, κι Ἐκεῖνος θά κάνη τήν εἰκόνα νά μιλήση»(Ι3, 138).
° Καί: «“Ὁ Κύριος φυλάσσει πάντα τά ὀστᾶ”(Ψ 33, 21) τῶν ἁγίων, ἀλλά καί τή μορφή τους. Δέν ἀφήνει τή φθορά, τήν ἀμέλεια καί τήν ἀδιαφορία τῶν ἀνθρώπων νά καταργήσουν τή μορφή τους, ἀλλά τήν ἀποκαλύπτει θαυματουργικά. Τό γνωρίζουμε αὐτό ἀπ᾽ τίς ἱστορίες τῶν θαυματουργῶν εἰκόνων καί ἰδιαίτερα ἀπ᾽ αὐτές τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὁ Θεός ἀγαπᾶ πολύ τήν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου καί ἰδιαίτερα τοῦ ἁγίου, πού εἶναι δοχεῖο τῆς χάριτος. Γι᾽ αὐτό καί ἀπό εἰκόνες ἁγίων ἀπεργάζεται θαύματα καί παρέχει δυνάμεις ἀόρατες πού θεραπεύουν καί παρηγοροῦν»(Ι1, 145).
° Τέλος: «Ἡ τιμή μας πρός τίς εἰκόνες εἶναι σύμφωνη μέ τήν πρόθεσι τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ οὐρανός ἀπαντᾶ σ᾽ ἐμᾶς ἀπό τίς εἰκόνες, καθώς ὁ Κύριος στούς παλαιότερους χρόνους ἀπαντοῦσε ἀπό τή θέσι τῆς εὐσπλαγχνίας στή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου· πολλές ἀπό αὐτές λάμπουν μέ τά θαύματα»(ΙΜ, 112).
***
Ὁ ἅγ. Νεκτάριος ἐπισημαίνει: «Οἱ γυναῖκες πού ἄλειψαν μέ μῦρο τόν Ἰησοῦ ἐξέφρασαν μέ τήν ἔκχυσι τοῦ μύρου πάνω στό τιμιώτατο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ τό συναίσθημα τῆς ἀγάπης καί τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς εὐγνώμονος καρδιᾶς τους, καί ἡ πρᾶξι τους ὡς πρᾶξι ἀγαθή ἄρεσε στόν Ἰησοῦ· οὔτε τά δάκρυα καί τά φιλήματα τῶν ἁμαρτωλῶν γυναικῶν ἀποστράφηκε ὁ Κύριος ὡς ἀνθρωπολατρία, ἀλλά τά δέχθηκε ὡς ἀληθινή ἔκφρασι ἀγάπης πολλῆς καί δώρησε τήν ἄφεσι τῶν πολλῶν τους ἁμαρτημάτων· ὁ Θεός ἐξετάζει καρδιές καί τό συναίσθημα τῆς καρδιᾶς ἀμείβει. Οἱ πολέμιοι τῶν εἰκόνων πιστεύω, ὅτι ἀποδοκιμάζονται ἀπό τόν Ἰησοῦ ὡς “παρέχοντες κόπους” σέ ὅσους τίς τιμοῦν»(ΑΝ, 228).
  • «Κατά πληροφορίες τοῦ Τερτυλλιανοῦ (De Pudicidia e 7, PL 2, 1043) οἱ χριστιανοί ἀπό τά μέσα τοῦ 2ου αἰῶνος ἀπεικόνιζαν στούς πυθμένες τῶν ἁγίων ποτηρίων τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ διότι πίστευαν στήν πραγματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στό ἅγιο ποτήριο κατά τή μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ σῶμα Του καί αἷμα Του»(ΔΚ, 419).
***
Ἀπό τό βίο τοῦ π. Παϊσίου:
«[προτεστάντης:]—Ἐσεῖς οἱ ὀρθόδοξοι… προσκυνᾶτε τίς εἰκόνες καί νομίζετε ὅτι μποροῦν νά κάνουν θαύματα! Κι ἀκόμα χειρότερα συμπεριφέρεσθε μέ τά λείψανα τῶν ἁγίων σας, τά ὁποῖα, ἄν καί πολλές φορές ἔχουν ἀκόμη καί ἄλιωτες σάρκες, χωρίς νά σιχαίνεσθε, τά ἀσπάζεσθε! Ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι ἐσεῖς, οἱ ὀρθόδοξοι, βρίσκεσθε σέ μεγάλη πλάνη!…
—Δέν μοῦ λές…: Στό σπίτι σου ἔχεις φωτογραφίες ἀπό τούς γονεῖς σου, ἀπό τά ἀδέλφια σου, ἀπό τά παιδιά σου, ἀπό τούς φίλους σου;
—Βεβαίως κι ἔχω!
—Αἴ, ἐμεῖς γιατί νά μήν ἔχουμε “φωτογραφίες” ἀπό τόν πατέρα μας, τόν Κύριό μας, τή μητέρα μας, τήν Παναγία καί τ᾽ ἀδέλφια μας, τούς ἁγίους καί μάρτυρες; Γιατί νά μήν ἔχουμε τίς εἰκόνες τους, γιά νά τούς βλέπουμε, νά τούς θυμώμασθε καί νά παρακαλοῦμε νά μᾶς βοηθήσουν; Κι ὅσο πιό θερμά, βλέποντας τίς εἰκόνες τῶν ἁγίων, τούς παρακαλοῦμε, τόσο περισσότερο ἐκεῖνοι μᾶς βοηθοῦν. Κι ἐπειδή ἦταν γεμᾶτοι “μέχρι τό μεδούλι”, ἀπό Θεία Χάρι, γι᾽ αὐτό ἀσπαζόμασθε τά ἅγια λείψανά τους, ὥστε νά ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς λίγη Χάρι. Κι ἄν, μάλιστα, τύχη ὁ συγκεκριμένος ἅγιος νά ἔχη κι ἄφθαρτο λείψανο, τόση περισσότερη χάρι ἔχει· κι ἐμεῖς, μέ τή σειρά μας, προσκυνώντας το τήν παίρνουμε!»(ΙΧ, 44).
° Ἀκόμα: «—Ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησία προσκυνάει τίς εἰκόνες. Εἶναι σωστό:
—[π. Παΐσιος:] Ἄκου. Ἡ μάνα πού ἔχει τό παιδί της στόν πόλεμο, φοβᾶται γι᾽ αὐτό νύκτα-μέρα. Ἔχει πολλή ἀγωνία. Ξαφνικά παίρνει ἕνα γράμμα ἀπό τό παιδί της μέ μιά φωτογραφία του μέσα. Ὅταν τή βλέπει τί κάνει; Τήν πιάνει στά χέρια της καί τή φιλεῖ, τή βάζει στόν κόρφο της ν᾽ ἀγγίξη τήν καρδιά της. Αἴ, τί νομίζεις; Αὐτή ἡ μάνα μέ τέτοιο φλογερό πόθο πού ἔχει γιά τό παιδί της πιστεύει ὅτι φιλεῖ τή φωτογραφία; Τό ἴδιο τό παιδί της πιστεύει ὅτι φιλεῖ. Τό ἴδιο πιστεύει καί ὅποιος ἔχει φλογερό πόθο γιά τήν Παναγία καί τόν ἅγιο τούς ὁποίους προσκυνάει. Δέν προσκυνᾶμε τίς εἰκόνες γιατί εἶναι εἰκόνες, ἀλλά γιά τούς ἁγίους. Καί αὐτούς ὄχι γιατί εἶναι τά πρόσωπα πού εἶναι, ἀλλά γιατί ἀγωνίσθηκαν γιά τό Χριστό. Ὁ Θεός εἶναι ζηλότυπος, εἶναι ἀλήθεια. Ὄχι, ὅμως, γιά τούς δικούς Του, ἀλλά γιά τό διάβολο. Ὁ πατέρας δέν ζηλεύει τά δικά του παιδιά. Μήν ἀνησυχεῖς, ὁ Κύριος χαίρεται ὅταν σέ βλέπη νά σέβεσαι καί ν᾽ ἀγαπᾶς τή Μάνα Του καί τούς Ἁγίους»(Ογ, 1195, 68· βλ. καί: ΔΤ, 96).
° «Γιά τήν ξυλογλυπτική ἔλεγε: “Οἱ παραστάσεις τοῦ Ἐσταυρωμένου καί τῶν ἄλλων προσώπων νά εἶναι ὅπως οἱ φυσικές, ἀλλά πιό λεπτές, πιό ἀσκητικές γιά νά δείχνουν τό πνευματικό. Νά μήν ἔχη κοιλιές ὁ Χριστός, πολύ περισσότερο διότι πάνω στό Σταυρό ἦταν νηστικός”»(ΙΙ, 434).
° Τόνιζε, ἐπίσης: «Ἡ εἰκόνα κάνει θαύματα, ὅταν τραβᾶ τή χάρι τοῦ Ἁγίου τόν ὁποῖο εἰκονίζει»(ΙΙ, 438).
° Τέλος: «Ἀρκετοί ἀντέδρασαν ἀρνητικά [γιά τήν ταινία τοῦ Σκορτσέζε, Ὁ τελευταῖος Πειρασμός]. Δέν θεωροῦσαν καί τόσο πνευματικό νά ἀσχολοῦνται μέ τέτοια θέματα λέγοντας ὅτι ἡ περιφρόνησί τους πρός τό ἔργο γίνεται αἰτία νά προβληθῆ λιγότερο.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶχε τελείως ἀντίθετη ἄποψι: “Στήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας”, ἔλεγε, “δέκα Χριστιανοί ὑπερασπίσθηκαν δυναμικά τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στή Χρυσῆ Πύλη καί μαρτύρησαν γι᾽ αὐτήν (Συναξάριον 9ης Αὐγούστου). Τώρα πού βλασφημεῖται τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δέν πρέπει νά ἀδιαφοροῦμε. Ἄν ζούσαμε τότε ἐμεῖς οἱ ῾διακριτικοί᾽ καί ῾γνωστικοί᾽ θά λέγαμε στούς δέκα μάρτυρες: ῾Ἔτσι δέν ἐνεργεῖτε πνευματικά· περιφρονεῖστε τό Σπαθάριο πού ἀνεβαίνει νά γκρεμίση τήν εἰκόνα, καί ὅταν ἀλλάξη ἡ κατάστασι, θά βάλουμε στή θέσι της ἄλλη εἰκόνα, καί μάλιστα πιό βυζαντινή᾽. Αὐτό εἶναι τό φοβερό! Τήν πτῶσι μας, τή δειλία, τό βόλεμά μας, τό παρουσιάζουμε σάν κάτι ἀνώτερο!”»(ΙΙ, 304).
***
Δευτέρα Ἐντολή
Ὁ Μητροπολίτης Κασσανδρείας Εἰρηναῖος γράφει γιά τή δευτέρα ἐντολή τοῦ Δεκαλόγου —περί τῶν εἰδώλων καί τῶν ὁμοιωμάτων—: «Συνάγεται λογικώτατα ἕνα ἀπό τά ἑξῆς τρία: ἤ ὅτι ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖτες μαζί μέ τό νομοθέτη τους καθόλου δέν κατανοοῦσαν τή δευτέρα ἐντολή, ἤ ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή, μᾶλλον δέ αὐτός ὁ ἀναλλοίωτος Θεός, περιπίπτει σέ ἀντιφάσεις, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι βλάσφημο, ἤ ὅτι τέλος ὅτι ὁ Θεός ἀπαγόρευσε ὄχι τήν ἐξεικόνισι, οὔτε τήν τιμητική προσκύνησι διά τῆς νομοθεσίας του ἐπί τοῦ ὄρους Σινᾶ, ἀλλά τήν κατασκευή ψευδῶν θεῶν καί τή λατρευτική προσκύνησί τους, ἀπ᾽ τόν διατελοῦντα σέ βαθεία ἀμάθεια Ἰσραηλιτικό λαό, ὁ ὁποῖος θεοποιοῦσε τά ἔργα τῶν ἀνθρωπίνων χειρῶν»(ΚΕ, 17).
  • Σημειώνει καί ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Σοῦ λένε ὅτι οἱ εἰκόνες εἶναι εἴδωλα καί ὅτι τό προσκύνημα σ’ αὐτές ἐναντιώνεται στή δεύτερη ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Προκύπτει, δηλαδή, ὅτι ἡ πραγματική Χριστιανοσύνη εἶναι εἰδωλολατρία! Αὐτό ἰσχυρίζονται οἱ σεκταριστές (: αἱρετικοί), οἱ ὁποῖοι ἐμφανίσθηκαν στόν κόσμο μόλις πρίν ἀπό ἕναν αἰῶνα!
Ρώτησέ τους: Ποιός κατέστρεψε τά εἴδωλα στά Βαλκάνια; Ποιός ἄδειασε τήν Ἀθήνα καί τή Ρώμη ἀπ’ τό δάσος ἀγαλμάτων εἰδώλων καί τούς ναούς τους; Ποιός κατέρριψε τό Δία, τήν Ἀρτέμιδα τῶν Ἐφεσίων καί τήν Ἀστάρτη τῆς Βαβυλωνίας καί τήν Ἴσιδα τῆς Αἰγύπτου; Ποιός ἔγδυσε τόν Πέρουν* [ὑπ.: Πέρουν: Ἀρχαία σλαβική θεότητα τοῦ κεραυνοῦ καί τοῦ φωτός.] ἀπ’ τό βουνό τοῦ Κιέβου καί τόν πέταξε στόν Ντνιέπαρ; Ποιός καθάρισε ἀπ’ τά εἴδωλα τή Μικρά Ἀσία, τή βόρεια Ἀφρική καί τήν Εὐρώπη ὁλόκληρη; Οἱ καινούργιοι σεκταριστές ἤ ἡ μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία στή σκληρή μάχη ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρίας ἔδωσε ἑκατομμύρια ἀνθρώπινες θυσίες καί τό ἡμερολόγιό της γέμισε μέ τά ὀνόματα τῶν μαρτύρων γιά τήν πίστι στόν ἕνα ἀληθινό Θεό; Ἡ σέκτα τους δέν ἔχει οὔτε ἕνα μάρτυρα γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Οὔτε κατέστρεψε κανένα εἴδωλο στόν κόσμο. Ἐκεῖνοι δέν ἔχουν κἄν κανένα χριστιανικό ἡμερολόγιο. Καί νά ἤθελαν νά ἔχουν, δέν θά μποροῦσαν νά τό συνθέσουν μέ τούς ἁγίους τους (τούς ὁποίους δέν διαθέτουν), ἀλλά ἀπ’ τούς δικούς τους συγγραφεῖς τῶν ἄρθρων καί τῶν μπροσούρων. Ἄν θέλουν μάχη ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρίας, τί ψάχνουν στά Βαλκάνια, ὅπου τά παγανιστικά εἴδωλα βρῆκαν καταφύγια μόνο στά μουσεῖα; Ἀφοῦ ἡ καρδιά τους φλέγεται ἀπό ζῆλο ἐναντίον τῶν εἰδώλων, γιατί δέν πᾶνε στήν πλατειά Ἀσία καί στήν Ἀφρική καί ἀνάμεσα στούς Ἀμερικάνους ἐρυθρόδερμους, ὅπου ὁ παγανισμός δυστυχῶς εἶναι δυνατός σήμερα ὅπως καί πρίν χιλιάδες χρόνια; Σίγουρα δέν πᾶνε σ’ αὐτά τά μέρη ἐπειδή ἐκεῖ ἡ ζωή ἑνός ἱεραποστόλου εἶναι σέ κίνδυνο. Διάβασες ὅτι ὁ Δόν Κιχώτης, ἀνακήρυξε τούς ἀνεμόμυλους φιλήσυχων ἀνθρώπων ὀχυρωμένους πύργους τῶν ἐχθρῶν του καί ὕστερα τούς ἐπιτέθηκε μέ στολή μάχης, γιά νά τούς κατακτήση. Ἔτσι καί ἐκεῖνοι ἀνακήρυξαν τίς ἅγιες εἰκόνες μας γιά εἴδωλα καί λυσσασμένα τούς ἐπιτίθενται. Ἀφοῦ δέν θέλουν νά πᾶνε μέ τίποτε στίς ἀσιατικές καί ἀφρικάνικες ζοῦγκλες»(Β, 305).
  • Παρόμοια γράφει καί ὁ π. Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης: «Ἄν ἐμεῖς οἱ μοναχοί καί ὅλος ὁ περιώνυμος λαός τῆς ὀρθοδοξίας ἤμασθαν θιασῶτες τῆς εἰδωλολατρίας καί προσκυνητές τῶν εἰδώλων, πῶς γιορτάζουμε καί ἱερούς ναούς ἐγείρουμε καί μεγαλοπρεπῶς πανηγυρίζουμε τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί Μάρτυρες, πού κατέλυσαν τά εἴδωλα;
Ἄν τά ξύλα τιμᾶμε καί δοξάζουμε ὡς θεούς, πῶς τιμᾶμε καί προκυνοῦμε τούς Ἁγίους Μάρτυρες, πού συνέτριψαν καί κατέστρεψαν τά λίθινα ξόανα; Πῶς τιμᾶμε καί ἐπαινοῦμε καί ἐγείρουμε ναούς στούς τρεῖς παῖδες τούς ἐν Βαβυλῶνι πού δέν προσκύνησαν τό χρυσό; Ὄντως πολλή ἡ πώρωσι τῶν ἀνόμων!
Ἄν ἐμεῖς σέ ὅλες τίς ἑορτές καί πανηγύρεις καταδικάζουμε ὅσους εἰδωλολατροῦν ψάλλοντας ἐναντίον τους τόν Ψαλμό τοῦ Προφητάνακτα “τά εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καί χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων!!” καί ὅτι “ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτά”(Ψ 113, 12, 16), πῶς μᾶς κατηγορεῖτε ἐσεῖς, οἱ Χιλιαστές…, ὡς εἰδωλολάτρες;… Ὅπως ὁ Ἰακώβ, ἀφοῦ δέχθηκε ἀπό τούς γυιούς του τό ματωμένο χιτῶνα τοῦ Ἰωσήφ, μέ δάκρυα στά μάτια του τόν ἀσπάσθηκε, κάνοντάς το αὐτό ὄχι ἐπειδή ἀγαποῦσε καί τιμοῦσε τό ἱμάτιο, ἀλλά ἐπειδή νόμιζε ὅτι καταφιλεῖ καί ἔχει στά χέρια του τόν Ἰωσήφ, ἔτσι καί ὅλοι οἱ χριστιανοί, κρατώντας καί ἀσπαζόμενοι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἤ Ἀποστόλου ἤ Μάρτυρα, νομίζουμε ὅτι ἔχουμε καί προσκυνοῦμε τόν ἴδιο τό Χριστό ἤ τό Μάρτυρα»(ΚΔ, 106).
  • Τονίζει καί ὁ Ἀναστ. Ἀντωνόπουλος: «Ἐφόσον νομίζετε [ἐσεῖς οἱ Χιλιαστές, ἀλλά τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τούς Προτεστάντες] ὅτι τό νά κατέχετε εἰκόνες εἶναι εἰδωλολατρία, διότι αὐτές εἶναι εἴδωλα, γιατί κρατᾶτε καί συναλλάσσεσθε μέ λίρες στερλίνες, οἱ ὁποῖες φέρουν τυπωμένες στό ἕνα μέρος τήν [τότε] βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας Βικτωρία, στό δέ ἄλλο τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, δέν ἀπορρίπτετε αὐτές ὡς εἴδωλα, γιά νά μή θεωρηθῆτε εἰδωλολάτρες, ἀλλά τίς τσεπώνετε;… Ἐπίσης, γιά ποιό σκοπό στό βιβλίο σας Τό Φωτόδραμα τῆς Δημιουργίας, πού περιέχει ἔκθεσι τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου ἀπό τή δημιουργία τῆς γῆς κλπ., συμπεριλάβατε 470 περίπου εἰκόνες τῶν γεγονότων πού ἱστοροῦνται;»(ΑΑ, 197).
  • Ἐπίσης: «Οἱ μικρές Ἰουδαῖες… εἶχαν πήλινες κοῦκλες καί ζῶα… μερικά βρέθηκαν στίς ἀνασκαφές»(ΝΡ, 373).
***
Καταχρήσεις
«Συμβαίνουν, λένε οἱ Διαμαρτυρόμενοι, καταχρήσεις κατά τήν προσκύνησι τῶν ἁγίων εἰκόνων καί γι᾽ αὐτό πρέπει οἱ εἰκόνες νά καθαιρεθοῦν καί νά ἐξορισθοῦν ἔξω καί μακρυά ἀπό τίς Χριστιανικές Ἐκκλησίες καί τά σπίτια. Ὡραῖος ὁ συλλογισμός αὐτός. Ἐπειδή ἀπό λίγους ἀμαθεῖς συνέβησαν καταχρήσεις, πρέπει νά σταματήση ἡ νόμιμη καί λογική χρῆσι, τήν ὁποία συνιστᾶ καί ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή. Τότε, κατά τό συλλογισμό αὐτό, ἐπειδή μερικοί ἄνθρωποι πίνουν καί μεθᾶνε ἀπό τό κρασί καί ἀσχημονοῦν, πρέπει νά ἐξορισθῆ καί τό κρασί μακρυά ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ἤ, ὅπως ὀρθότατα περί τῶν εἰκόνων, τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Λούθηρος, ἐπειδή βρέθηκαν μερικοί λαοί οἱ ὁποῖοι λάτρευσαν τή σελήνη, πρέπει νά κατεβῆ ἀπό τήν τάξι της ἡ σελήνη καί νά ἀφανισθῆ καί ἐπειδή βρέθηκαν μωροί καί ἀπαίδευτοι λαοί οἱ ὁποῖοι θεοποίησαν τά ἀστέρια, πρέπει νά γυμνωθῆ ὁ οὐρανός ἀπό τό στολισμό του καί νά μήν ὑπάρχη οὔτε σελήνη, οὔτε ἥλιος, οὔτε ἀστέρια; (Χρ. Ἀνδρούτσου, Συμβολική, 406)»(Θ, 154· βλ. καί: ΕΕ, 26).
  • Οἱ Προτεστάντες ἀπ’ τήν κατάχρησι τῶν εἰκόνων ἀπέβαλαν καί τή χρῆσι. Τότε κι ἀπ’ τήν κατάχρησι τοῦ φαγητοῦ νά καταργήσουμε τή χρῆσι! (π. Πανάρετος Δουληγέρης).
***
«Ἀπό μιά ἄποψι ἡ εἰκόνα μοιάζει μέ τίς ἀφίσσες τῶν τουριστικῶν γραφείων, πού μᾶς δείχνουν μιά λαμπρή ἐμφάνισι τῆς χώρας στήν ὁποία προσκαλούμεθα νά πᾶμε. Ἔτσι κάθε τουριστική ἀφίσσα εἶναι μιά πραγματική πρόσκλησι γιά ἕνα ταξίδι σέ μιά ὑπέροχη χώρα. Ἡ εἰκόνα εἶναι κι᾽ αὐτή μιά πρόσκλησι γιά τό μεγάλο ταξίδι στόν οὐρανό. Ἡ εἰκόνα, ὅπως οἱ ἀφίσσες τοῦ τουρισμοῦ, μᾶς δείχνει τίς οὐράνιες πραγματικότητες»(V, 13).
° «Τό σύμβολο εἶναι ὁ τρόπος νά ἐκφράσουμε μέ εἰκόνες, ἔμμεσα, τίς πραγματικότητες πού δέν μποροῦμε νά ἐκφράσουμε ἄμεσα, ἐπειδή μᾶς λείπουν τά μέσα. Τό νά ἐννοῆς ἕνα σύμβολο σημαίνει νά συμμετέχης στήν παρουσία τήν ὁποία ἐκφράζει. Γιά τούς μή πιστούς μιά εἰκόνα, μιά ἐκκλησία, ἡ τέλεσι τῆς θείας Λειτουργίας καί αὐτή ἡ λατρεία ἀκόμη, ὁποιαδήποτε κι ἄν εἶναι, δέν ἔχουν καμμιά ἀξία. Ὅπως ἀκριβῶς δέν ἔχει καμμιά ἀξία γιά ἕναν ἀναλφάβητο τό πιό καλό βιβλίο τοῦ κόσμου. Αὐτός πού δέν εἶναι πιστός μπροστά σέ μιά ἐκκλησία, σέ μιά λειτουργία, σέ μιά εἰκόνα παραμένει τόσο ξένος, ὅσο καί ἕνας πού δέν ξέρει τά γράμματα τῆς ἀλφαβήτου μπροστά σέ ἕνα βιβλίο»(V, 68).
***
«Ὁ Rilke σ᾽ ἕνα γράμμα του στή Frieda von Βülow, τό Μάιο τοῦ 1899, γραμμένο στό Petersbourg, λέει ὅτι εἶδε στή Μόσχα “τούς ζητιάνους καί ἄκουσε τίς προσευχές τους στήν Παναγία τῶν Ἰβήρων…”.
Καί σ᾽ ἕνα ἄλλο γράμμα τόν Ἰούλιο τοῦ 1899 γράφει:
“Αὐτοί πού γονατίζουν μπροστά στό παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων στή Μόσχα εἶναι πολύ πιό μεγάλοι ἀπό αὐτούς πού μένουν ὄρθιοι καί αὐτοί πού κάνουν μιά μετάνοια ὀρθώνονται σάν γίγαντες…”.
Μέ ἄλλα λόγια ὁ Rilke μᾶς λέει ὅτι ἡ εἰκόνα δραστηριοποιεῖται μέ τήν προσευχή καί ὅτι ὅποιος προσεύχεται μπροστά στήν εἰκόνα λαβαίνει μιά ὑπερφυσική δύναμι καί ἀκόμα ὅτι ἡ εἰκόνα εἶναι μέσον ἐπικοινωνίας μέ τό Θεό…
Γράφει: “Μονάχα στίς μισοσκότεινες γωνιές τῶν μικρῶν δωματίων ὑπάρχουν οἱ παλιές εἰκόνες σάν ὁρόσημα τοῦ Θεοῦ, καί ἡ ἀκτινοβολία μιᾶς μικρῆς φλόγας γλυστράει πάνω ἀπό τά πλαίσιά τους σάν ἕνα μικρό παιδί, πού χάθηκε μέσα στήν ἀστερόφωτη νύχτα. Αὐτές οἱ εἰκόνες εἶναι τό μόνο στερεό πού ὑπάρχει, τό μόνο σημεῖο πού μπορεῖ κανείς νά ἐμπιστευθῆ στό δρόμο του καί καμμιά κατοικία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη χωρίς εἰκόνες…”.
Ἡ εἰκόνα, λοιπόν, σ᾽ αὐτό τό κείμενο σημειώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του, τή δύναμί τους, σ᾽ ὅλες τίς ἀνθρώπινες καταστάσεις…
Σέ μιά ἐπιστολή του τῆς 27 Ἰουλίου 1899, γράφει:
“Θά προσκυνήσω στήν εἰκόνα τῆς Ζναμένσκαγια, θά κάνω τρεῖς μετάνοιες καί μέ τόν ὀρθόδοξο τρόπο”»(Επ, Ἰα ᾽86, 7).
***
Βυζαντινή Τέχνη
«Διάβασα μιά παράξενη ἱστορία, πού σχετίζεται μέ τή Βερναδέττη τῆς Λούρδης, τόπο περίφημου προσκυνήματος τῶν Καθολικῶν, ἀνάλογο μέ τή δική μας Παναγία τῆς Τήνου. Ἡ νεαρή βοσκοπούλα εἶδε σέ ἡλικία 14 ἐτῶν (τό 1858), 18 φορές τό ὅραμα τῆς Θεοτόκου, μέσα σέ μιά σπηλιά, ὅπου σήμερα ἔχει κτισθῆ μεγάλη ἐκκλησία. Ὕστερα ἀπό τίς ἐμφανίσεις αὐτές ἡ μικρή Βερναδέττη μπῆκε σέ μοναστήρι καλογραιῶν, ὅπου καί πέθανε τό 1879, σέ ἡλικία 35 χρόνων. Ὅταν ζοῦσε στό μοναστήρι, διάφοροι πιστοί τῆς πρόσφεραν συχνά ἀγαλματάκια τῆς Παναγίας. Ἡ Βερναδέττη τά ἔρριχνε ὅλα μέσα σ᾽ ἕνα ντουλάπι μέ ἀδιαφορία. Ὅπως ἦταν φυσικό, ἡ στάσι της αὐτή σκανδάλισε τήν ἡγουμένη, ἡ ὁποία τή ρώτησε γιατί τό κάνει αὐτό. Ἡ νεαρή μοναχή ἀπάντησε μέ ἁπλότητα, πώς καμμιά ἀπό τίς παραστάσεις αὐτές δέν ἔμοιαζε μέ τήν Παναγία, τήν ὁποία εἶδε αὐτή μέ τά μάτια της. Καί πῶς ἦταν;, ξαναρώτησε ἡ ἡγουμένη. Δέν μπορῶ νά σᾶς ἐξηγήσω, εἶπε ἡ νεαρή βοσκοπούλα.
Τότε ἡ ἡγουμένη ἀποφάσισε νά ἀναφέρη τό ἐπεισόδιο στόν ἐπίσκοπο τῆς περιοχῆς, πού κατέφθασε μέ λευκώματα ἀπό εἰκόνες τῆς Παναγίας. Τῆς ἔδειξαν τά ἔργα ὅλων τῶν μεγάλων ζωγράφων, πού βρίσκονται σέ μουσεῖα ἤ σέ καθολικές ἐκκλησίες. Ἡ νεαρή κουνοῦσε ἀρνητικά τό κεφάλι της μπροστά σ᾽ ὅλες τίς ἀναπαραστάσεις αὐτές τῆς Θεοτόκου. Καθώς ξεφύλλιζε, ὅμως, τό λεύκωμα, μαζί μέ τόν ἐπίσκοπο, εἶδε ξαφνικά μιά ζωγραφιά μιᾶς Παναγίας, βυζαντινῆς τεχνοτροπίας. Τότε σηκώθηκε, τήν ἔπιασε κάτι σάν ἔκστασι καί γονάτισε λέγοντας: “Σεβασμιώτατε, αὐτή εἶναι”! Πρέπει νά σημειωθῆ πώς ἡ Βερναδέττη δέν εἶχε ποτέ της δεῖ στό μικρό χωριό της ἄλλες παραστάσεις τῆς Παναγίας, ἐκτός ἀπό τίς γνωστές καθολικές. Γιατί καί πῶς γίνεται νά πάθη ἔκστασι, μόλις εἶδε μιά βυζαντινή εἰκόνα; Μυστήριο, πού φανερώνει, ὅμως, πώς ἡ βυζαντινή τέχνη ἔπιασε βαθύτερα τό νόημα τοῦ θείου…»(Ἐφημ. Ἐλεύθ. Κόσμος, 28/2/74, στό: 3Ι, Ἀπ ᾽74, 32).
***
Ἐπί τό πρωτότυπο
«“Πνεῦμα ὁ Θεός καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν”(Ἰω 4, 24).
Λένε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πνεῦμα καί τέτοια πρέπει νά εἶναι ἡ λατρεία Του. Πολύ σωστά. Ὅταν οἱ Χιλιαστές κάνουν χρῆσι βιβλίων στίς λατρευτικές τους συνάξεις δέν [ἰσχυρίζονται ὅτι] εἶναι πνευματική ἡ λατρεία; Ἐμεῖς χρησιμοποιοῦμε καί βιβλία καί εἰκόνες καί ἀντικείμενα βοηθητικά στήν πνευματική λατρεία τοῦ Θεοῦ. Δέν λατρεύουμε οὔτε τά βιβλία οὔτε τίς εἰκόνες, οὔτε τά ἀντικείμενα. Ἁπλῶς τά σεβόμασθε καί τά τιμοῦμε καί ἡ τιμή ἀνεβαίνει στό Θεό. Ἤ μήπως οἱ Πεντηκοστιανοί δέν τιμοῦν τήν Ἁγία Γραφή; Ἄν τήν τιμοῦν, ποῦ πηγαίνει ἡ τιμή αὐτή; Δέν δέχονται ὅτι ἀνεβαίνει στό Θεό;»(ΔΚ, 409).
  • Διαβάζουμε καί στόν Ὀρθόδοξο Τύπο: «“Πνεῦμα ὁ Θεός”, γράφετε, “καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν”(Ἰω 4, 24). Βεβαίως καί ἀλλοίμονό μου ἐάν δέν συμφωνοῦσα. Ἐπειδή, ὅμως, ξέρω ποῦ τό πᾶτε, σᾶς λέγω ὅτι ὁ Λόγος πού εἶναι Πνεῦμα, “σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν (: σαρκώθηκε καί κατοίκησε ἀνάμεσά μας)”(Ἰω 1, 14) καί ἀπό τότε, γιά νά μπορῆ κανείς νά Τόν προσκυνῆ ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ, πρέπει νά περάση μέσα ἀπό κάτι τό κατ᾽ ἐξοχήν ὑλικό, πρέπει νά βυθισθῆ τρεῖς φορές μέσα στό νερό τοῦ βαπτίσματος. Πρός τί, λοιπόν, τό νερό, ἀφοῦ Πνεῦμα ὁ Θεός καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν;»(ΟΤ., Σ ᾽66).
  • Ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός σημειώνει, μέ τή σειρά του: «Ἄν τύχη καί καμμία φορά σέ φοβερίση κανένας ἀσεβής καί σοῦ πῆ: “Γιατί νά προσκυνᾶς τά σανίδια;”;, ἐσύ, νά τοῦ πῆς, γιατί προσκυνᾶς τό χαρτί καί τό μελάνι; Τό φιρμάνι τό ὁποῖο στέλνει ὁ βασιλιάς τί εἶναι; Χαρτί καί μελάνι. Μά, γιατί τό φιλεῖς καί τό βάζεις πάνω ἀπ᾽ τό κεφάλι σου; Γιά τήν ἀγάπη τοῦ βασιλέως. Ἔτσι κι ἐμεῖς οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί, μή μπορώντας ν᾽ ἀνεβοῦμε στόν οὐρανό νά προσκυνήσουμε τό Θεό μας, κάνουμε τίς ἁγίες εἰκόνες καί προσκυνοῦμε τή μορφή τους γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας καί ὄχι πώς προσκυνοῦμε τά σανίδια, καθώς κι ἐσεῖς δέν προσκυνᾶτε τό χαρτί καί τό μελάνι»(ΚΑ, 271).
  • Γράφει καί ὁ π. Σωφρόνιος Μιχαηλίδης: «Ὅπως ὁ διά γραμμάτων τοῦ ἀλφαβήτου γραπτός λόγος τοῦ Θεοῦ (ἡ Ἁγία Γραφή) ἀπεικονίζει μέ τά συμβολικά αὐτά σχήματα (τά γράμματα) τόν πραγματικό λόγο τοῦ Θεοῦ πού εἶναι “ζῶν καί ἐνεργής”(Ἑβρ 4, 12) καί ὄχι ἄψυχο βιβλίο, ἔτσι ἀκριβῶς καί οἱ ἅγιες εἰκόνες ἀπεικονίζουν τόν ἴδιο ἀκριβῶς λόγο τοῦ Θεοῦ, ὄχι μέ γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου αὐτή τή φορά, ἀλλά μέ μορφές καί χρώματα»(ΙΣ, 339).
  • Καί ὁ Δ. Κόκορης: «Στά βιβλία τους οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, Προτεστάντες κλπ. αἱρετικοί παρουσιάζουν σκηνές καί πρόσωπα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Μήπως λατρεύουν αὐτά τά πρόσωπα ἤ ἁπλῶς τά τιμοῦν; Ἀσφαλῶς τό δεύτερο»(Δ3, 111).
  • Ἰδού κι ἕνας διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξου καί Χιλιαστοῦ: «Ἐάν πᾶτε καί βεβηλώσετε τή φωτογραφία τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας δημόσια καί σᾶς πᾶνε στό αὐτόφωρο, τί γνώμη ἔχετε; Ὅτι θά σᾶς δικάσουν, γιατί βεβηλώσατε τό χαρτί ἤ ὅτι προσβάλατε τό πρόσωπο τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας;
Χ.: Ἀσφαλῶς ἐπειδή πρόσβαλα τό πρόσωπο τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας.
Ὀ.: Πολύ ὡραῖα. Κοιτάξτε τώρα νά δῆτε… Ὅπως ἡ βεβήλωσι τῆς εἰκόνος τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας βεβηλώνει τό ἴδιο τό πρόσωπο τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ τιμή πηγαίνει στόν ἴδιο τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας»(ΚΡ, 195).
Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τίς Εἰκόνες. Ἡ τιμή ἤ ἡ ἐπίδρασι ἀναφέρεται στό πρωτότυπο. Σκανδαλιζόμασθε π.χ. ἀπό μιά αἰσχρή εἰκόνα, σάν νά ἦταν τό ἀντίστοιχο πρόσωπο. Ἐπίσης: ὅταν μουτζώνουν στήν τηλεόρασι τόν πολιτικό, τά ἠλεκτρόνια μουτζώνουν; Ὄχι, βέβαια! Λέμε, ἀκόμα: φίλησέ μου τά παιδιά. Τό πρῶτο πρόσωπο, διά τοῦ δευτέρου, φιλᾶ τά παιδιά.
  • Ἀκόμα καί οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν φθάσει στήν ἀντίληψι αὐτή, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Βολταῖρος: «Colitur pro Jove forma Jovis* [σημ.: Ὀβίδιος: Ex Ponto epistulae, ii, 8, στ. 62: “Μέ τήν εἰκόνα τοῦ Δία, ὁ θεός Δίας τιμᾶται”.]»(Φ, 157).
***
«Οἱ αἱρετικοί ἐπικαλοῦνται ὁρισμένα ἐδάφια τῆς Γραφῆς γιά νά ἀποδείξουν ὅτι οἱ εἰκόνες δέν ἔχουν ἀντίληψι. Οὔτε καί ἐμεῖς ἰσχυριζόμασθε ὅτι οἱ εἰκόνες ὡς ξύλο καί χρῶμα καί λοιπά ὑλικά ἔχουν ἀντίληψι. Τά πρόσωπα, ὅμως, πού εἰκονίζονται εἶναι ζῶντα καί ἀκούουν, καί βλέπουν, καί ἀντιλαμβάνονται. Σ᾽ αὐτά ἀνεβαίνει ἡ τιμή. Ἄλλωστε, ὅπως σέ ἕνα βιβλίο, τό χαρτί καί τό μελάνι αὐτά καθ᾽ ἑαυτά εἶναι νεκρά, ὅμως, ὡς γράμματα καί λέξεις καί νοήματα “μιλοῦν” καί διδάσκουν. Ἔτσι καί οἱ εἰκόνες, ἀντικαθιστοῦν ἐν πολλοῖς τά βιβλία. Καί ὅπως προσεύχεται κανείς διαμέσου γραπτῆς προσευχῆς ἀπευθυνόμενος στό Θεό, δύναται νά προσεύχεται διά μέσου εἰκόνος καί ἡ προσευχή του νά ἀπευθύνεται στό εἰκονιζόμενο πρόσωπο»(Δ3, 112· βλ. καί: ΔΚ, 408).
  • «Ὁ Γεννάδιος Κων/λεως εἶπε στό μάρτυρα Ἐλευθέριο σάν σέ ζωντανό, γιά κάποιο Κληρικό τοῦ Ναοῦ του, ἤ διόρθωσέ τον γιά νά μήν ἀδικῆ, ἤ πάταξέ τον, καί πέθανε ἀμέσως. Καί στόν καιρό του, ἐπειδή κάποιος ζωγράφος ἤθελε νά ζωγραφίση τό Χριστό στό σχῆμα τοῦ Δία, ξεράθηκε τό χέρι του»(Δ4, 437).
***
Μάρτυρες
«Τό 1227 κατέλαβαν τή Γεωργία οἱ Χβάρασμοι μέ ἀρχηγό τόν Τζαλαλεντίν… Ἐκεῖνος ὁ αἱμοσταγής διέταξε νά βγάλουν τίς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας πού ὑπῆρχαν στήν ἐκκλησία Σιόνι καί νά τίς βάλουν στήν εἴσοδο τῆς γέφυρας καί πρόσταζε ὁ κατακτητής τούς Χριστιανούς νά προσβάλουν τίς εἰκόνες πατώντας τες μέ τά πόδια τους καί ἀρνούμενοι τήν πίστι τους. Ὅσοι ἀρνοῦνταν νά ἐκτελέσουν τή διαταγή του πρόσταξε νά ἀποκεφαλίζωνται. Ἔφερναν πλῆθος γεωργιανῶν κατοίκων, ἄνδρες, γυναῖκες, νέους, ἐξαναγκάζοντάς τους, μ᾽ αὐτό τόν τρόπο, νά ἀρνηθοῦν τή Χριστιανική Θρησκεία. Ὁ πιστός, ὅμως, λαός ἀκόμη μιά φορά ἔδειξε τή βαθειά του εὐσέβεια στήν ἁγία πίστι τοῦ Χριστοῦ καί ἀρνήθηκε νά ἐκτελέση τή διαταγή τοῦ κατακτητοῦ, καί πολλές χιλιάδες γεωργιανοί πῆραν τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου»(Οφ, τεῦχ. 1, 31).
***
Ὁ Μητροπολίτης Κασσανδρείας Εἰρηναῖος τονίζει: «Τί ἄλλο εἶναι ἡ φλεγόμενη καί μή κατακαιόμενη βάτος, παρά εἰκόνα τῆς Θεομήτορος κατά τήν ὁμόφωνη σχεδόν ἑρμηνεία ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας; Καί, ὅμως, ὅταν ὁ Θεόπτης Μωυσῆς τήν πλησίασε, διατάχθηκε νά λύση τό ὑπόδημα τῶν ποδιῶν του, γιατί ἡ γῆ, στήν ὁποία πατοῦσε ἦταν ἁγία. Ἐάν, λοιπόν, ὁ τόπος, στόν ὁποῖο εἶδε ὁ Μωυσῆς τήν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, ἦταν ἅγιος, καί αὐτή ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα Της θά εἶναι ὄχι μόνο ἁγία, ἀλλά τολμῶ νά πῶ, καί ἁγία ἁγίων»(ΚΕ, 16).
° Ἀκόμα: «Μήπως ὁ Κύριός μας ἀνέτρεψε, περισσότερο δέ μήπως δέν ἐκπλήρωσε, τά ἐντάλματα τοῦ οὐρανίου Πατρός Του (Μθ 5, 17); ἤ μήπως τόν πλήρη εἰκόνων Χερουβείμ, λαμπάδων καί θυμιαμάτων Ἡρώδειο ἐκεῖνο ναό, δέν ἀποκάλεσε “οἶκο τοῦ Πατρός αὐτοῦ”(Ἰω 2, 17), ὅταν διά τοῦ φραγγελίου ἐξέβαλε ἀπό αὐτόν τούς πωλητές προβάτων, βοδιῶν καί περιστερῶν;»(ΚΕ, 20).
***
Ἔλεγε ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «Ὁ νῦν πατήρ Θ. ὁ Σ., πρίν γίνη ἱερεύς, παλαιότερα, εἶχε πάει ἕνα ταξίδι στή Ρουμανία. Καί εἶχε πάρει μαζί του εἰκόνες. Δέν ἐπιτρεπόταν, ἀλλά αὐτός κατάφερε καί πῆρε εἰκόνες μαζί του. Καί ἀπ᾽ ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία ἐμοίραζε τίς εἰκόνες αὐτές. Ὁπότε τόν βλέπει ἕνας ἀξιωματικός τῆς Ἀστυνομίας, ὄχι ἁπλός ἀστυφύλακας, ἀξιωματικός τῆς Ἀστυνομίας καί τρέχει ἐκεῖ φωνάζοντας καί ἀπειλώντας καί τοῦ δίνει δυό-τρεῖς-τέσσερεις σπρωξιές τοῦ Θ. καί τόν πήγαινε πρός τά πίσω, στήν πίσω μεριά τῆς ᾽Εκκλησίας. Ὁ Θ. τρομοκρατήθηκε, ὁ καϋμένος. Ἄχ, λέει, τώρα κάποια κλούβα μέ περιμένει καί μετά κἄνα μπουντρούμι. Σπρώχνοντας, ὅμως, αὐτός μέ βία τό Θ. καί ἀπομονώνοντάς τον πίσω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία ὅπου δέν ὑπῆρχε ψυχή, ἔρριξε ἕνα βλέμμα δεξιά-ἀριστερά, εἶδε ὅτι δέν ὑπῆρχε κανείς, τοῦ βουτάει ἕνα πάκο εἰκόνες, τίς χώνει στήν ἐσωτερική τσέπη, τοῦ κάνει μιά ὑπόκλιση ὡς δεῖγμα εὐχαριστίας καί μετά τό βάζει στά πόδια. Μέσα στήν καρδιά τῆς κομμουνιστικῆς ἀστυνομίας ὑπῆρχε ἄνθρωπος πού πίστευε στό Χριστό καί ἤθελε εἰκόνες. Καί αὐτό τό ὁποῖο ἔκανε ἦταν κόλπο γιά νά τόν ἀπομονώση νά πάρη εἰκόνες, νά μήν τίς δῆ κανείς. Παντοῦ ἔχει ὁ Χριστός τούς δικούς Του».
° Ἐπίσης ἔγραφε: «Καί οἱ ἴδιοι οἱ αἱρετικοί, ἀντίθετα πρός τίς θεωρίες τους καί τούς ἰσχυρισμούς τους, μέ τήν πρᾶξι τους ἀποδεικνύουν, ὅτι δέν πιστεύουν, πώς ἡ Γραφή ἀπαγορεύει ἁπόλυτα τήν κατασκευή ὁποιουδήποτε ὁμοιώματος, πού δέν προορίζεται νά λατρευθῆ ὡς Θεός. Καί τό ἀποδεικνύουν αὐτό, διότι δέν καταδικάζουν τίς λεγόμενες εἰκαστικές τέχνες, δηλ. τή ζωγραφική καί τή γλυπτική. Ὄχι μόνο θρησκευτικές εἰκόνες χρησιμοποιοῦν καί διακοσμοῦν μέ αὐτές τά βιβλία τους, τά περιοδικά τους, τά σχολεῖα τους, τά Μουσεῖα τους κλπ., ἀλλά καί ἀγαλματίδια (“μπιμπελώ”) βλέπουμε νά ἔχουν στά σπίτια τους. Χρησιμοποιοῦν ἀκόμη ζωγραφικούς πίνακες (“κάδρα”) καί ἀσφαλῶς θά γελοῦσαν, ἄν τούς ἔλεγες, ὅτι ἀπαγορεύεται ἀπ’ τή Γραφή νά φωτογραφίζωνται, ἤ ὅτι τά ἄνθη πού εἶναι ἀποτυπωμένα στά ὑφάσματα (φορέματα) τῶν γυναικῶν τους ἤ τά πτηνά καί τά ψάρια, πού πολλές φορές εἶναι ἀποτυπωμένα στά nylon τραπεζομάνδηλά τους, ἀποτελοῦν παράβασι τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τήν διά τῆς ζωγραφικῆς παράστασι ὁποιουδήποτε ἀντικειμένου {“ὅσα βρίσκονται στόν οὐρανό πάνω (Ἄγγελοι, ἀστέρια, πτηνά) καί ὅσα στή γῆ κάτω (ἄνθρωποι, ζῶα, φυτά) καί ὅσα στά ὕδατα κάτω ἀπ᾽ τήν ἐπιφάνεια τῆς ξηρᾶς (ψάρια)”(Ἐξ 20, 4)}.
Ὅλα αὐτά, λοιπόν, πείθουν ὅτι καί αὐτοί δέν πιστεύουν, ὅτι ἡ Γραφή ἀπαγορεύει ἀπόλυτα τή ζωγράφησι εἰκόνων καί διαφόρων ὁμοιωμάτων, ἀλλά μόνο ἄν αὐτά πρόκηται νά λατρευθοῦν. Αὐτό ἀκόμη ἀποδεικνύει καί τό γεγονός, ὅτι δέν θεωροῦν ἁμαρτία, ὅπως εἴπαμε, τό νά φωτογραφίζωνται, δηλαδή νά κάνουν ὁμοιώματα τοῦ ἑαυτοῦ τους»(ΘΕ, 355).
***
Ἄς δοῦμε, τώρα, τίς εἰκόνες στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας: «Μιά φορά ὁ π. Βιτάλιος Σιντόρενκο ἀπ’ τή Γεωργία (†1992), ἔκανε συζήτησι μέ μιά γυναῖκα Προτεστάντισσα πού δέν πίστευε στίς Εἰκόνες καί ἔλεγε ὅτι εἶναι ἁπλᾶ ξύλα. Ὁ Βιτάλιος ἔλεγε ὅτι ὁ Κύριος μπορεῖ νά τῆς δείξη τήν ἀγάπη του ἄν αὐτή ἔχη πίστι. Αὐτή τοῦ ἀπάντησε ὅτι θά πιστέψη στίς Εἰκόνες ἄν δῆ κάποιο θαῦμα. Ὁ Βιτάλιος ἄρχισε μαζί της νά προσεύχεται μπροστά σέ μιά Εἰκόνα τῆς Παναγίας καί ξαφνικά ἡ Εἰκόνα αὐτή λούσθηκε σ’ ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς. Ἔτσι ὁ Βιτάλιος, παιδί ἀκόμα, βοήθησε μέ τήν προσευχή του νά γνωρίση αὐτή ἡ γυναῖκα τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας»(ΓΒ, 28).
  • «Τήν ἱστορία πού ἀκολουθεῖ τή διηγήθηκε ἕνας ἁγιορείτης ἱερομόναχος ὁ π. Ἀρσένιος στόν ἡγούμενο τῆς Μονῆς “Νέα Ἱερουσαλήμ” ἀρχιμανδρίτη Λεωνίδα.
Ἡ ἀδελφή μου εἶχε καθοδηγηθῆ ἀπ’ τούς γονεῖς μας στήν πίστι καί στήν εὐλάβεια. Ἀγαποῦσε πολύ τήν Ἐκκλησία× καί κάθε τί τό ἱερό.
Τά καλοκαίρια, μικρό κορίτσι, μάζευε ἀγριολούλουδα καί στόλιζε τίς ἅγιες εἰκόνες. Καί, ὅταν πιά μεγάλωσε, βοηθοῦσε τή μητέρα σ᾽ ὅλες τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ.
Στό σπίτι εἴχαμε μιά παλαιά εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού εἶχε τόσο πολύ μαυρίσει, ὥστε δέν διέκρινε κανείς, τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Καί γι’ αὐτό, τή μετέφεραν στό εἰκονοστάσι τῆς ἀποθήκης μας. Μιά μέρα ἡ ὑπηρέτριά μας μή ἔχοντας, μέ τί νά σκεπάση μιά κανάτα μέ γάλα, πῆρε καί τή σκέπασε μέ τήν εἰκόνα αὐτή.
Ἡ ἀδελφή μου τήν εἶδε. Ξανάβαλε τήν εἰκόνα στή θέσι της. Καί εἶπε στήν ὑπηρέτρια, νά μή τό ξανακάνη. Μά ἐκείνη δέν ἔδωσε σημασία στά λόγια της. Καί τήν ἄλλη μέρα, τή χρησιμοποίησε πάλι, νά σκεπάση ἕνα πήλινο δοχεῖο. Τό θεωροῦσε ἁπλό, ἀφοῦ δέν φαινόταν τό πρόσωπο!
Ἔτυχε καί ἡ ἀδελφή μου τήν εἶδε πάλι. Λυπήθηκε βαθειά. Τήν κατσάδιασε αὐστηρά. Καί πῆρε τήν εἰκόνα στό δωμάτιό της. Γιά νά σταματήση ἡ ἀσέβεια.
Καί νά, τήν πρώτη νύκτα, καθώς κοιμόταν, βλέπει νά γεμίζη τό δωμάτιό της ἕνα γλυκό φῶς, πού ἔβγαινε ἀπ’ τήν παλαιά ἐκείνη εἰκόνα. Ἔστρεψε τό βλέμμα της ἐκεῖ. Καί εἶδε στό ξύλο τῆς εἰκόνας τό πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἦταν μιά εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν.
Καί ἡ Παναγία μίλησε ἀπ’ τήν εἰκόνα της. Καί εἶπε:
—Καλή μου κοπέλλα, παρακάλεσα τόν Υἱό μου, νά σέ ἀμείψη γιά τήν εὐλάβειά σου στήν ἁγία αὐτή εἰκόνα μου× νά σοῦ χαρίζη ὑγεία καί χαρά. Γρήγορα θά παντρευθῆς μ’ ἕνα πολύ καλό παιδί. Κι ἐγώ θά εἶμαι πάντοτε κοντά σου× σ᾽ ὅλη σου τή ζωή. Νά πῆς στόν πατέρα σου, νά δώση τήν εἰκόνα αὐτή σ’ ἕναν ἁγιογράφο× νά τήν καθαρίση καί νά μέ ζωγραφίση πάνω της καλά, ὅπως τώρα μέ βλέπεις. Καί νά τήν ἔχης τήν εἰκόνα αὐτή εὐλογία στό σπίτι σου.
Καί ἡ ὑπόσχεσι τῆς Παναγίας ἐκπληρώθηκε.
Λίγο μετά τ’ ὅραμα αὐτό ἡ κοπέλλα παντρεύθηκε. Μ’ ἕνα ἐξαίρετο νέο. Ἔζησαν 35 χρόνια μαζί. Ζωή ἀνέφελη. Εἰρηνικά. Μέ ἀγάπη. Ἔκαναν παιδιά καλά. Γεμάτα ὀμορφιά, ἀγάπη, καλωσύνη, εὐσέβεια. Καί μέ ὑποδειγματική συμπεριφορά.
Καί γενικά σ᾽ ὅλη της τή ζωή εἶχε τή σκέπη καί τήν προστασία τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου μας: ἀμοιβή της γιά τήν εὐλάβειά της.
Κοιμήθηκε σχετικά νέα. Ἤρεμα. Εἰρηνικά. Γλυκά. Παρακαλώντας τήν ἁγία Θεοτόκο, νά ἔχη ὑπό τή σκέπη της καί τά παιδιά της»(ΠΧ, 23).
  • «Ἔλεγε ὁ π. Ἰάκωβος Τσαλίκης: Ἡ χάρι τῶν Ἁγίων μας ἀκόμη καί πάνω στά ξύλα τῶν Ἁγίων εἰκόνων ὑπάρχει. Εἴχαμε στήν πατρίδα μας, τή Μικρά Ἀσία, Τοῦρκο κτηνοτρόφο πού ὅταν ἄρμεγε τά πρόβατά του σκέπαζε τό δοχεῖο μέ τό γάλα μ᾽ ἕνα μεγάλο καί βαρύ πελεκημένο ξύλο ἀπό κάποια εἰκόνα τῆς Παναγίας μας. Τά χρώματα εἶχαν φύγει ἀπό τά χρόνια καί τήν κακομεταχείρισι καί φαινόταν σάν ἁπλό ξύλο. Συνέβαινε, λοιπόν, τό ἑξῆς θαῦμα: Ὅταν ὁ Τοῦρκος τό πρωΐ πήγαινε στό μαντρί του ἔβρισκε τό γάλα χυμένο καί τό σκεῦος, τό καρδάρι, ἀνάποδα καί τήν εἰκόνα ὄρθια ἀκουμπισμένη σ᾽ ἕνα δέντρο. Κατ᾽ ἀρχάς δέν μποροῦσε νά ἑρμηνεύση τό γεγονός, ἐπειδή, ὅμως, συνεχῶς χυνόταν τό γάλα εἶπε θυμωμένος:
—Μήπως αὐτό τό ξύλο μοῦ τό χύνει; (Γιατί ἤξερε ὅτι ἦταν παλιά εἰκόνα τῶν Χριστιανῶν).
Ἅρπαξε τό τσεκούρι νά σχίση τήν εἰκόνα γιά νά τήν κάψη. Μέ τήν πρώτη, ὅμως, τσεκουριά, καθώς καρφώθηκε τό τσεκούρι, ἄρχισε νά αἱμορραγῆ ἡ εἰκόνα. Τό αἷμα ἀνέβλυζε ἀπό τήν πληγή καί ἔτρεχε. Ὁ Τοῦρκος φοβήθηκε καί τρέμοντας προσπάθησε νά βγάλη τό τσεκούρι ἀλλ᾽ ἦταν ἀδύνατον, γιατί εἶχε καρφωθῆ βαθειά. Ἔτσι φορτώθηκε τό τσεκούρι μέ τήν εἰκόνα στόν ὦμο του καί τρέχοντας ἔφθασε στό χωριό, ὅπου οἱ χωριανοί βλέποντας τό θαῦμα πού τό διαλαλοῦσε ὁ Τοῦρκος τρομαγμένος, πῆραν τήν εἰκόνα καί τίμησαν τήν Κυρία Θεοτόκο ὅπως ἔπρεπε»(ΑΓ, 71).
  • Ἀναφέρει κάποιος προσκυνητής: Ὁ π. Παΐσιος «κάποια στιγμή, γύρισε πρός τό μέρος μου καί μέ ρώτησε ἄν κάπνιζα. “Ναί, Γέροντα”, τοῦ εἶπα. “Στό σπίτι σου”, συνέχισε, “ἔχεις εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων;”. “Ναί, Γέροντα”. “Τότε”, εἶπε, “θά σοῦ διηγηθῶ μιά ἱστορία. Ἐπί Τουρκοκρατίας στά Γιάννενα, ἦταν ἕνας Τοῦρκος χασάπης καί εἶχε μιά σανίδα ὅπου ἔκοβε τό κρέας γιά τούς πελάτες του. Μιά μέρα, ἕνας Χριστιανός πελάτης εἶδε πώς ἡ σανίδα ἐκείνη ἦταν τό πίσω μέρος μιᾶς εἰκόνας τῆς Παναγίας. Εἶπε, λοιπόν, στό χασάπη: ‘Ἄν σοῦ φέρω ἕνα ὡραῖο κορμό νά κόβης τό κρέας, θά μοῦ δώσης τή σανίδα αὐτή;’. ‘Ναί!’, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Συμφώνησαν, λοιπόν, καί σέ λίγες μέρες πῆρε ὁ Τοῦρκος τόν τάκο καί ὁ Χριστιανός τή σανίδα, ὅπου ἦταν ἁγιογραφημένη ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ὁ Χριστιανός πῆρε τήν εἰκόνα, τήν καθάρισε καί τήν ἔβαλε στό δωμάτιό του. Ὅμως, εἶχε (ὁ Χριστιανός) τή συνήθεια νά καπνίζη. Ὁπότε, ὕστερα ἀπό λίγες μέρες, παρουσιάσθηκε στόν ὕπνο του ἡ Παναγία καί τοῦ εἶπε: ‘Καλύτερα νά μέ κοπανάη μέ τό μπαλντά ὁ Τοῦρκος, παρά νά μέ λιβανίζης ἐσύ μέ τό λουλά σου!’”»(Ζ2, 114).
***
Ἄς πᾶμε καί στό χῶρο τῆς Ἱεραποστολῆς; «Ἡ Νίνα, ἕνα κοριτσάκι γύρω στά δέκα χρόνια του, ἦταν τό τρίτο παιδί μιᾶς οἰκογενείας πού ζοῦσε στό Δυτικό Κασάι. Τά δύο προηγούμενα ἀδελφάκια του, δύο ἀγοράκια, ἔχουν ἀφήσει πολύ ἐνωρίς αὐτό τόν κόσμο, μικρά-μικρά, χαρίζοντας στή Νίνα τόν τίτλο τῆς μοναχοκόρης καί τοῦ μοναχόπαιδου.
Ἡ Νίνα ἔχει γεννηθῆ ἀπό μιά μητέρα πού εἶχε ἔντονα θρησκευτικά ἐνδιαφέροντα καί, μάλιστα, σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε εἶχε ἀσπασθῆ κάποια προτεσταντική αἵρεσι καί εἶχε γίνει καί… “παστόρισσα” (νά ποῦμε ἱέρεια).
Ὅπως καταλαβαίνετε —εἶναι ἄλλωστε αὐτονόητο— ἡ Νίνα ἀκολουθοῦσε τή μητέρα της στή σύναξι τῶν προτεσταντῶν. Ὅμως, ἡ καλή φήμη τοῦ σχολείου τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς ἔφερε τό κοριτσάκι στά Ὀρθόδοξα θρανία. Ἀπό ἐκεῖνο τό σημεῖο ἀρχίζει μιά σειρά ἐσωτερικῶν κι ἐξωτερικῶν ἀναμορφώσεων. Ἀξίζει νά τίς παρακολουθήσουμε.
Καθώς ὁ χρόνος περνοῦσε, ἡ Νίνα ἄρχισε νά δυστροπῆ καί νά μή θέλη ν᾽ ἀκολουθῆ τή μητέρα της στίς συνάξεις τῶν προτεσταντῶν. Παρακολουθοῦσε, ὅμως, ἀδιάλειπτα —καίτοι ἀβάπτιστη— τίς ἐκκλησιαστικές συνάξεις τῶν Ὀρθοδόξων. Δέν πέρασε πολύς καιρός καί τό κορίτσι ζήτησε νά βαπτισθῆ!
Οἱ γονεῖς της, καί πιό πολύ ἡ γιαγιά της, δέν ἤθελαν οὔτε ν᾽ ἀκούσουν κάτι τέτοιο. Αὐτό γιγάντωσε τήν ἐπιθυμία τῆς Νίνας νά λάβη τό ἅγιο Βάπτισμα. Ὁ πατέρας ἀναγκάσθηκε νά ἐπανεξετάση τό αἴτημα τῆς κόρης τους καί πῆρε τήν ἑξῆς ἀπόφασι: “Τά δύο πρῶτα μου παιδιά πέθαναν τό ἕνα δύο ἐτῶν καί τό ἄλλο ἑνός ἔτους. Ἡ κορούλα μου ἔχει γίνει δέκα ἐτῶν. Ἄς βαπτισθῆ, ἀφοῦ τό θέλει τόσο πολύ, μήπως καί πεθάνη καί αὐτή!”. Οἱ ὑπόλοιποι τῆς οἰκογενείας ὑποχώρησαν καί δέχθηκαν στενόχωρα τήν ἀπόφασί του.
Ἡ Νίνα εὐχαρίστησε ὁλόκαρδα καί τόν Οὐράνιο καί τόν ἐπίγειο πατέρα της, κατηχήθηκε καί, σέ λίγο καιρό, κρίθηκε ἕτοιμη γιά τό Βάπτισμα. Συνεχίζει βέβαια καί πηγαίνει ἀνελλιπῶς στά κατηχητικά μαθήματα καί φυσικά δέν λείπει ποτέ ἀπ᾽ τή θεία Λειτουργία καί θεία Κοινωνία τῶν Κυριακῶν καί τῶν ἑορτῶν.
Σ᾽ ἕνα ἀπ᾽ τά κατηχητικά μαθήματα, ἡ Κατηχήτριά της μίλησε στά παιδιά γιά τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί Μητέρα μας καί, στό τέλος τοῦ μαθήματος, ἔδωσε σέ κάθε παιδί μιά χάρτινη μικρή εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ἡ ψυχή τῆς Νίνας αἰσθάνθηκε μιά βαθειά καί μυστική σχέσι μέ τό Πανάγιο Πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας καί, γυρίζοντας στό σπίτι, τοποθέτησε τήν ἱερή εἰκόνα Της στό πιό ψηλό σημεῖο ἑνός ἑρμαρίου τῆς τραπεζαρίας, προκαλώντας ἀρκετές ἀρνητικές ἀντιδράσεις στά ὑπόλοιπα πρόσωπα τῆς οἰκογενείας. Ἐπέμεινε, ὅμως, καί πέτυχε νά μείνη ἡ ἱερή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἐκεῖ πού τήν εἶχε τοποθετήσει.
Τίς Κυριακές, ἡ “παστόρισσα” μητέρα τῆς Νίνας δεχόταν τήν ἐπίσκεψι πολλῶν Προτεσταντῶν στό σπίτι τους. Μόλις οἱ Προτεστάντες εἶδαν τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἔκαναν τά γνωστά σχόλιά τους καί ζήτησαν νά “ἐκθρονίσουν” τή Θεοτόκο ἀπ᾽ τήν οἰκογενειακή ἑστία τῆς Νίνας. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Νίνας ἀποδείχθηκε καί πάλι ὑπέρτερη τῶν προτεσταντικῶν ἀπαιτήσεων. Οἱ γονεῖς της εἶπαν ὅτι εἶναι παιδική ἀξίωσι καί δέν θέλουν νά στενοχωρήσουν τό κορίτσι τους, ἀφοῦ, γιά τούς ἴδιους, αὐτή ἡ χάρτινη εἰκόνα δέν ἦταν τίποτε τό σημαντικό. Οἱ προτεστάντες ἔφυγαν στενοχωρημένοι καί προβληματισμένοι καί συζήτησαν μέ πολλούς δικούς τους τή σημειωθεῖσα ἀλλαγή στό σπίτι τῆς “παστόρισσας”!
Τήν ἀμέσως ἑπόμενη Κυριακή, πάστορας, ἀνώτερος ἀπ᾽ τούς ἄλλους, θέλησε νά δῆ μέ τά δικά του μάτια τό γεγονός καί, συνοδευόμενος ἀπό μερικούς ἄλλους, κτύπησε τήν πόρτα τοῦ σπιτικοῦ τῆς Νίνας. Ἡ “παστόρισσα” ἄνοιξε τήν πόρτα πρόθυμη νά τούς καλοδεχθῆ. Τότε ὁ μεγάλος πάστορας τῆς λέει:
—Δέν μπαίνω μέσα, γιατί ἐκεῖ πάνω ἔχει ἕνα ὅπλο!
Ἡ “παστόρισσα” ἀρκετά προσβεβλημένη ἀπάντησε:
—Τί εἶναι αὐτά πού λές; Δέν ὑπάρχει ὅπλο στό σπίτι μας!
Ὁ πάστορας ἐπέμεινε:
—Ἐκεῖ ψηλά, ὑπάρχει ἕνα ὅπλο!, κι ἔδειξε τό ἑρμάριο μέ τήν ἱερή εἰκόνα, παραμένοντας ἔξω ἀπ᾽ τήν πόρτα.
Ἡ οἰκοδέσποινα τοῦ ἐξήγησε πώς ἐκεῖ ὑπάρχει μιά μικρή χάρτινη εἰκόνα πού πῆρε ἡ κόρη της ἀπ᾽ τό Κατηχητικό της, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ἐπέμενε ὅτι ὑπάρχει ἕνα ὅπλο! Στό τέλος πῆρε τή συνοδεία του κι ἔφυγαν ἀπ᾽ τό σπίτι πικραμένοι καί δυσαρεστημένοι, κρύβοντας μέ ἐπιμέλεια καί τήν τρομάρα τους…
Αὐτή ἡ ὁμολογία τοῦ πάστορος καί ἡ τρομάρα του μπροστά στήν ἱερή εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἦταν τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή τῆς “παστόρισσας”. Μιά ἅγια ἀνησυχία φούντωσε στήν καρδιά της, “Πῶς εἶναι δυνατόν μιά τόση δά χάρτινη εἰκόνα νά εἶναι ὅπλο;”· “γιατί φοβήθηκαν οἱ πάστορες;”. Ἐρωτήματα πού ζητοῦσαν ἄμεση ἀπάντησι.
Βρέθηκε, λοιπόν, ἡ εὐλογημένη νά περνᾶ τήν πόρτα τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς αὐτή τή φορά, μέ διαφορετικό ὕφος καί μέ τά μάτια καί τ᾽ αὐτιά της ὁλάνοικτα. Εἶχε ἀποκτήσει “ὦτα τοῦ ἀκούειν” πρός ἀφάνταστη χαρά τῆς Νίνας.
Ἐκεῖ, στή “Μισσιόνα”, ἔκανε πολλές ἐρωτήσεις, πῆρε ἀπαντήσεις, ἔζησε τό κλῖμα τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, συγκινήθηκε μπροστά στήν ἱερή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καί ζήτησε συγχώρησι γιά τήν κακοδοξία τήν ὁποία εἶχε πιστέψει καί γιά τό πού τόσες φορές ξυλοφόρτωσε τή Νίνα της…
Μετά ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, πῆγε στούς Προτεστάντες καί ὁμολόγησε πώς δέν πιστεύει πλέον τά δόγματά τους, ἔρριξε μπροστά στά πόδια τους καί τό ἱερατικό της ἔνδυμα —ἕνα μαῦρο φόρεμα— κι ἔτρεξε νά γραφῆ στόν κατάλογο τῶν κατηχουμένων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας»(π. Ἀντώνιος Γρηγοριάτης, στό: ΠτΕ, τεῦχ. 90, 3).
  • «Ἡ γιαγιά Δωροθέα ἀπ’ τό χωριό Νόβα Καζάτσιε διηγεῖται:
Μετά τήν ἐπανάστασι, στή [Μονή] Ὄπτινα ἄνοιξαν ἀναψυκτήριο. Μάζεψαν ἐμᾶς τά παιδάκια τῆς περιοχῆς καί μᾶς ἔδωσαν χρήματα καί δωράκια. Κατόπιν μᾶς ἔδωσαν καί σπάτουλες λέγοντάς μας νά ξύσουμε ἀπ’ τούς τοίχους τῶν ναῶν τά πρόσωπα τῶν ἁγίων. Ὁ διευθυντής τοῦ ἀναψυκτηρίου ἦταν μαζί μας πολύ τρυφερός κι ὅλο καί μᾶς χάιδευε τά κεφαλάκια λέγοντας: “Νά προσπαθήσετε παιδάκια, νά προσπαθήσετε…”, κι ἐμεῖς χαζά, ποιός τή χάρι μας! Ἐγώ τότε ἤμουν μικρούλα καί δέν μποροῦσα νά φθάσω τά πρόσωπα τῶν ἁγίων ἀλλά κατάφερα νά ξύσω τά ποδαράκια ἀπό ἕνα ἅγιο, κι ἐγώ ἀργότερα σχεδόν ἔχασα τά πόδια μου. Ἀπό ἐκείνη τήν ἐποχή ὑποφέρω πολύ καί σ᾽ ὅλη τή ζωή μου κουτσαίνω, ἀλλά τήν ἀρρώστεια μου, πιστέψτε με, τή χαίρομαι κι εὐγνωμονῶ τό Θεό. Πονοῦν τά πόδια μου καί μεγαλώνει ἡ ἐλπίδα μου νά μέ συγχωρέση ὁ Θεός»(ΜΠ, 9).
  • Ἰδού καί μιά εὔθυμη νότα: «Στό μουσεῖο τοῦ Λούβρου, στό Παρίσι, μπροστά στόν πίνακα “Γέννησι” τοῦ Τισιάνο:
—Μά γιατί στό στάβλο; Καί τό καημένο τό μωρό μέσα στά ἄχυρα!
—Μά δέν ξέρεις, χρυσή μου, ἦταν πολύ φτωχοί.
—Αἴ, αὐτό δέν μπορῶ νά τό καταλάβω! Ἦταν ἀδέκαροι καί ζήτησαν ἀπό τόν Τισιάνο νά τούς φτιάξη τό πορτραῖτο!»(ΑΚ, 14).
Πηγή:
Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ
ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ
Ἄλλοι ἀσχολοῦνται μέ στάρετς κι ἄλλοι μέ στάρλετς
ΑΘΗΝΑ 2012
TRUTH TARGET
τηλ. 2108220542
Παραγγελίες Βιβλίων

No comments:

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...